Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Arcade Fire - The Suburbs : Απόπειρα για μια νηφάλια άποψη

     Σκεφτόμουν ότι θα ήταν καλύτερα να μην έγραφα κάτι εδώ για τους Arcade Fire. Υπάρχουν κάποια πράγματα (καθένας με τα δικά του) που δεν θέλεις να τα κουράζεις με λόγια. Και -με αρκετή αντικειμενικότητα θέλω να πιστεύω- οι Arcade Fire ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Που είναι η αντικειμενικότητα; Πάμε: ο τρόπος που επέλεξαν να δισκογραφήσουν, η "πολιτική" τους απέναντι στα ΜΜΕ, η σχέση που έχουν μεταξύ τους αλλά και με τη μουσική τους, η αίσθηση μυσταγωγίας και τα ξέχειλα συναισθήματα στις συναυλίες τους. Όλα αυτά, ακόμη κι αν αποτυπωθούν με σαφήνεια σε χαρτί, δεν αποτελούν κριτήρια αξίας ενός άλμπουμ: ίσα ίσα, μπορεί να οδηγήσουν σε συναισθηματισμούς και παπαρολογίες.
    Διάβασα πολλές κριτικές για το τρίτο άλμπουμ των AF: δεν συμφωνώ με καμία. Πρώτα απ' όλα δεν συμφωνώ με οποιαδήποτε βαθμολόγηση. Είτε ένα, είτε πέντε, είτε δέκα με τόνο. Εξηγώ: το ντεμπούτο Funeral είχε ένα δύσκολο έργο, τις συστάσεις. Φευ, οι συνθέσεις του είναι απλές, πιασάρικες και με συνεχή γυρίσματα, οι ενορχηστρώσεις χαρακτηρίζονται από μια -μοναδική στην ιστορία κατ' εμέ- ισορροπία μεταξύ βιολιού-ακκορντεόν με τα συμβατικά κιθάρα-μπάσο-τύμπανα και οι στίχοι του είχαν μια cool as fuck μελαγχολία: αφηγηματικοί, ερωτικοί, ποιητικοί, πολιτική χροιά στο υπόβαθρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα όλων αυτών είναι το πρώτο κιόλας κομμάτι, το Tunnels. "And if the snow buries my neighborhoud [...] then I'll dig a tunnel from my window to yours".


  Η αισθητική τους (σε βίντεο κλιπ, σάιτ κλπ) δεν ήταν ποτέ λιγότερο από άψογη

                                                                                                             Και αν το Funeral ήταν και μια μορφή ξεσπάσματος των μελών της μπάντας (όλοι σχεδόν είχαν χάσει πρόσφατα συγγενικά πρόσωπα), η συνέχεια ανήκε αποκλειστικά στη μουσική. To ντεμπούτο τους ήταν πρώτο σχεδόν σε όλες τις λίστες με τα καλύτερα της χρονιάς και -μετέπειτα- πρώτο ή δεύτερο στις περισσότερες λίστες με τα καλύτερα της δεκαετίας. Όχι πως τους ένοιαξε. Με το κομπόδεμα της επιτυχίας τους αγόρασαν μια αχρησιμοποίητη εκκλησία κοντά στο Μόντρεαλ, έβαλαν μέσα εκκλησιαστικό όργανο και αν η αρχή έγινε με μια "κηδεία", τώρα ήταν σειρά για το μνημόσυνο. Τι σημαίνει αυτό; Το άλμπουμ είναι πιο σκοτεινό αλλά όχι πιο μελαγχολικό, οι συνθέσεις πιο συμπαγείς αλλά όχι μονόχνωτες, ο ήχος εξακολουθεί να είναι για φίλημα. Καλύτερη παραγωγή, πιο γεμάτες και "βαριές" ενορχηστρώσεις, ξανά θεματικό άλμπουμ (αυτή τη φορά όμως μιλάει απευθείας στον ακροατή, μοιράζεται πιο πολλά μαζί του), οι πρώτοι παραλληλισμοί (Bruce Springsteen), τα πρώτα η-καλύτερη-μπάντα-στον-κόσμο σχόλια (David Bowie) και το νερό κυλάει. Ή, βασικά, το νερό κύλησε.


        Πρώτη τους εμφάνιση στο Glastonbury, φέτος έπαιξαν ξανά (αυτή τη φορά ως headliners..)
                                                                                                             Πως ξεκίνησε όλη αυτή η συζήτηση; Επικολλώ το σημείο στο οποίο άρχισε η ιστορική αναδρομή:
[...Διάβασα πολλές κριτικές για το τρίτο άλμπουμ των AF: δεν συμφωνώ με καμία. Πρώτα απ' όλα δεν συμφωνώ με οποιαδήποτε βαθμολόγηση. Είτε ένα, είτε πέντε, είτε δέκα με τόνο. Εξηγώ: το ντεμπούτο Funeral είχε ένα δύσκολο έργο, τις συστάσεις...]

Το τρίτο άλμπουμ είναι συνήθως το δύσκολο. Ειδικά σε τέτοιες περιπτώσεις "μεγάλων" συγκροτημάτων. Ξέρετε τι αναμνήσεις έχω από τον Δεκέμβρη του 2004; Γυρνούσα like-a-fucking-retard και φώναζα σε όλους τους φίλους πόσο τρελαμένος ήμουν. Στο θέμα μας όμως: τα εξαιρετικά ντεμπούτα -όχι όπως το εννοεί η ΝΜΕ βέβαια- από μπάντες που φαίνεται ότι θα κρατήσουν, είναι και εξαιρετικά σπάνια. Και όταν συμβαίνουν τα μυθοποιούμε. Το δεύτερο άλμπουμ των AF ήταν επίσης στο ίδιο μυστικιστικό μοτίβο. Τώρα όμως έχουν γιγαντωθεί σε βαθμό που δεν φαντάζονταν. Headliners στο Glastonbury. Ποιοι ήταν τα προηγούμενα χρόνια; Blur, Bruce Springsteen, Neil Young, Zay Z, Kings of Leon, Verve. Όχι και τα πιο indie ονόματα, έτσι; Και το τρίτο τους άλμπουμ είναι αυτό που θα τους κάνει ένα κανονικό συγκρότημα. Είναι πλέον οι Arcade Fire, όχι η μπάντα που κυκλοφόρησε το Funeral ή το Neon Bible. Ένα συγκρότημα που θα κυκλοφορήσει και τέταρτο και πέμπτο δίσκο.Και ο τρίτος;


5 Αυγούστου 2010 στη Νέα Υόρκη, συναυλία που μεταδόθηκε ζωντανά από το Youtube. Κι εγώ μεθυσμένος ξημερώματα στην Αμοργό να ψάχνω ίντερνετ καφέ.

                                                                                                             Έριξαν κι άλλα στοιχεία στο κατσαρόλι. Ψηφιακά αυτή τη φορά. Θεματολογία από τα παιδικά χρόνια των αδερφών Butler στα προάστια του Χιούστον (πριν πάνε στον Καναδά), εικόνες που μετακινούνται σε μια παιδική ηλικία που μόνο παιδική δεν είναι, μοντέρνοι άνθρωποι και φοιτητές νομικής, εκκενωμένες πόλεις, γκρίζο τοπίο, η ηχώ φαντασμάτων, ένα τίμημα που πρέπει να πληρωθεί. Και η διάθεση των ήχων; Στοιχειωμένη και αγχωτική (Rococo, Empty room, Half light II), απελευθερωτική (The suburbs, Modern man, City with no children, Wasted hours), αγριεμένη (Ready to start, Month of May) ή νωχελική και κατανυκτική (Half light I, Sprawl I). Τι με πείραξε; Τα κλεισίματα κομματιών με fade out. Τίποτα άλλο.

Αν προσέξει κανείς, τα άλμπουμ των Arcade Fire γίνονται όλο και πιο ενιαία. Όλο και πιο θεματικά. Όλο και δυσκολότερα για να ξεχωρίσεις κομμάτια. Και δεν χάνουν σε ποιότητα. Δική μου πρόβλεψη; Κάτι μου λέει ότι το καλύτερο άλμπουμ τους δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα. Μια τέτοια συζήτηση όμως δεν έχει νόημα. Όπως λένε και οι ίδιοι οι AF: We used to wait.

2 σχόλια: